Μετά έρχονται οι Βραζιλιάνοι, οι Λατινοαμερικάνοι οι Αφρικανοί και μας… παίρνουν τις «δουλειές»

Μετά έρχονται οι Βραζιλιάνοι, οι Λατινοαμερικάνοι οι Αφρικανοί και μας… παίρνουν τις «δουλειές»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΖΩΡΖΟΥ

Για κάποια παιδιά, ήδη, έχει ξεκινήσει η νέα περίοδος, καθώς στις ΠΑΕ άρχισαν οι προετοιμασίες των μεγαλύτερων τμημάτων των ακαδημιών τους. Για τους περισσότερους Έλληνες ο Αύγουστος είναι μήνας ξεκούρασης και διακοπών, αλλά όχι για εκείνους που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο. Ακόμα και στις μικρότερες κατηγορίες είναι προγραμματισμένες να αρχίσουν τις προετοιμασίες τους πριν τον δεκαπενταύγουστο. Κι όταν μια σεζόν βρίσκεται στα σπάργανά της και τα όνειρα των μικρών βρίσκονται στο ζενίθ τους.

Ο καθένας έχει δικαίωμα να ονειρεύεται και να παλεύει για αυτό που αγαπάει, όμως η πιθανότητες διάκρισης στο ανώτατο επίπεδο του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι σαφέστατα λιγότερες από εκείνες που φαντάζεται ο κάθε πιτσιρικάς. Ο συνδυασμός του σχολείου και του ποδοσφαίρου αποτελεί ένα μεγάλο αγκάθι στην Ελλάδα. Οι μεγάλες εγχώριες ακαδημίες μόνο στη θεωρία αφήνουν χώρο στους νέους να είναι καλοί και στους δύο τομείς και τελικά όσοι τα καταφέρνουν αποτελούν εξαιρέσεις στον κανόνα.

Σε καθαρά αθλητικό επίπεδο στην Ελλάδα του 2019 παραμένει δημοφιλές «το δόγμα της νίκης» και όχι η εκμάθηση του καλού και ποιοτικού ποδοσφαίρου. Υπάρχουν ταλέντα στη χώρα, αλλά με τη λογική που επικρατεί δεν υφίστανται οι προοπτικές να αναπτυχθούν και αναφέρομαι στο δημιουργικό σκέλος, διότι αμυντικούς και δη σέντερ μπακ είναι η σπεσιαλιτέ μας. Δεν είναι τυχαία τα τωρινά παραδείγματα των Μανωλά, Παπασταθόπουλου, Ρέτσου και παλαιότερα των Δέλλα, Νταμπίζα κ.λ.π.

Με τη γενική έννοια στον ελλαδικό χώρο και στις περισσότερες ακαδημίες επικρατεί η φιλοσοφία του «καταστρέφω το παιχνίδι του άλλου και κάτι θα κάνω μπροστά». Τα βλέπουμε στα πρωταθλήματα των προεθνικών ομάδων, των λεγόμενων Μικτών των Ενώσεων. Σε αυτό τον δρόμο, λοιπόν, όταν οι μικροί βρίσκονται σε ηλικία να αναρριχηθούν τα σκαλιά και να πάρουν το χρίσμα στις αντρικές ομάδες οι αμυντικοί ευδοκιμούν πολύ πιο εύκολα και οι επιθετικογενείς δυσκολεύονται, ειδικά όσο ανεβαίνει η κατηγορία και το επίπεδο.

Και μετά έρχονται οι Βραζιλιάνοι, οι Λατινοαμερικάνοι και οι Αφρικανοί και μας «παίρνουν» τις… δουλειές. Σε αυτές τις χώρες παίκτες με έφεση στη δημιουργία και στην επίθεση έχουν το ελεύθερο να δράσουν, να βελτιωθούν και να προοδεύσουν. Μια… γύρα έκαναν στη Βραζιλία οι διοικούντες τον Απόλλωνα Λάρισας πέρυσι, πήραν παίκτες από την χώρα της σάμπας και βρέθηκε η ομάδα τους μια ανάσα από την άνοδο στη Σούπερ Λίγκα.

Ο εύκολος και σύντομος δρόμος ακολουθείται κατά κόρον στην Ελλάδα και η έμφαση στην άμυνα συνδυάζεται με αδιαφορία για την εξέλιξη στο δημιουργικό κομμάτι του ποδοσφαίρου. Μια ματιά να ρίξει κανείς στις μεγάλες ομάδες διαπιστώνει με θλίψη ότι οι βασικοί τους επιθετικοί είναι όλοι ξένοι. Ο Ολυμπιακός με Γκερέρο και Ελ Αραμπί, ο Παναθηναϊκός με Μακέντα, η ΑΕΚ με Ολιβέιρα, ο ΠΑΟΚ με Άκπομ, ο Άρης με Ιντέγε και ούτω καθεξής…

Και δεν είμαστε μια χώρα που έρχονται στράικερ από το πάνω ράφι, ούτε καν το δεύτερο ή το τρίτο για να ποντάρουμε μόνο σε παίκτες εκτός συνόρων. Ακόμα και ο πρώτος σκόρερ του περσινού πρωταθλήματος, Κουλούρης, δεν βρήκε χώρο στον ΠΑΟΚ και έφυγε για το εξωτερικό.

Ακόμα και αν πάμε λίγο πιο πίσω, στα λεγόμενα «10άρια», το φαινόμενο παραμένει το ίδιο. Από… σπόντα επέστρεψε ο Φορτούνης στον Ολυμπιακό και τελικά έπαιξε, αφού ως νεαρός δεν τα κατάφερε στη Γερμανία κι ενώ πιο μικρός είχε εκδιωχθεί από την «ερυθρόλευκη» ακαδημία. Στην πόρτα της εξόδου από τον Παναθηναϊκό είχε φτάσει ο Μπουζούκης και η ανάγκη οδήγησε τον Δώνη να ποντάρει πάνω του και να δικαιωθεί προς το παρόν.

Όσο για τα άκρα της επίθεσης και εκεί κάνουν… πάρτι οι ξένοι, όπως επιβεβαιώθηκε και πέρυσι, όπως για παράδειγμα από την περίπτωση του Ματέο Γκαρσία. Ο Αργεντινός, αναπληρωματικός σε ομάδα της β’ Ισπανίας (Λας Πάλμας) ήρθε στην Ελλάδα και έκανε θραύση.

Όλα αυτά δεν είναι τυχαία, ούτε γίνονται εν μια νυκτί. Το δημιουργικό ποδόσφαιρο θέλει χρόνο και δουλειά και στην Ελλάδα δεν υπάρχει επιμονή, υπομονή και σχέδιο για να γίνει κάτι τέτοιο. Οι ξένοι έρχονται, είναι καλύτεροι και δικαιωματικά παίζουν.
Βεβαίως, το κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις και η κρίση σε επιθετικογενείς ποδοσφαιριστές δεν οφείλεται μόνο στις ομάδες ή στις μεγάλες ακαδημίες. Η έπαρση είναι διάχυτη στα τμήματα υποδομών των ΠΑΕ και πηγάζει από την συμπεριφορά των γονιών, οι οποίοι την μετακυλούν και στα παιδιά τους. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών πιστεύει ότι έχει φτάσει στην πηγή, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος.

Όλο και πιο σπάνια θαυμάζουμε επιθετικογενείς παίκτες, μεγαλωμένους στην Ελλάδα να διακρίνονται, παρότι έχουν γίνει τόσες πολλές ακαδημίες, που οι γονείς πληρώνουν για να μάθουν τα παιδιά καλό ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον, ας τους εκπαιδεύσουν να γίνονται υγιείς φίλαθλοι για το μέλλον.

Υ.Γ.: Πόσες ακαδημίες θα αφιερώσουν ικανό χρόνο για να διδάξουν και να εμπεδώσουν τα παιδιά τις αλλαγές στους κανονισμούς;