Οι Έλληνες Ποδοσφαιριστές στον Καιρό της Κρίσης – Η (Απλήρωτη) Γενιά των 500 Ευρώ

Οι Έλληνες Ποδοσφαιριστές στον Καιρό της Κρίσης – Η (Απλήρωτη) Γενιά των 500 Ευρώ

Το 45% των ποδοσφαιριστών στην Ελλάδα παίρνει λιγότερα από 900 ευρώ τον μήνα, ενώ υπάρχει και ένα 21% που παίρνει λιγότερα από 270 ευρώ τον μήνα.

Κάπου αλλού, πολλά χιλιόμετρα μακριά από εμάς, στα εξωτικά Virgin Islands της Καραϊβικής, ανάμεσα στα πολυτελή ξενοδοχεία ενός απροσπέλαστου τουρισμού και στα ταπεινά σπίτια των ντόπιων, υπάρχουν μια σειρά από αθόρυβες εταιρείες-φαντάσματα με εννιαψήφια νούμερα στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Μερικοί απ’ αυτούς ανήκουν σε διεθνείς ποδοσφαιριστές που βρήκαν σ’ αυτήν την τροπική γωνιά ένα ασφαλές από τις φορολογικές αρχές καταφύγιο για τις αποταμιεύσεις τους, που μετρούν πολλά εκατομμύρια ευρώ.

Πολύ πιο κοντά μας, στα πιο ταπεινά ATM των γειτονιών της Αθήνας, της Θράκης ή της Κρήτης, κάποιοι άλλοι ποδοσφαιριστές ξεροσταλιάζουν με αγωνία, περιμένοντας να δουν αν τους κατατέθηκαν τα 500 ευρώ του μηνιαίου μισθού τους. Όταν τους βλέπεις, κοντοστέκεσαι λίγο, δεν μπορείς να ανακαλέσεις ρητά το όνομα τους, αλλά κάτι σου θυμίζουν, κάτι οικείο, βγαλμένο από τα μολυβένια κυριακάτικα απογεύματα και τα φευγαλέα στιγμιότυπα της δημόσιας τηλεόρασης: μια μαεστρική ντρίπλα και ένα ωραίο γκολ, τη φωτογραφία ενός ταλαντούχου πιτσιρικά που διέτρεξε κάποια στιγμή τα μονόστηλα του αθλητικού Τύπου ή τη συμπαθητική μορφή ενός παλιού μπαλαδόρου που ψιλοχάθηκε. Απομακρύνονται βιαστικά, συνήθως σκυθρωποί ή βλαστημώντας την κακή τους τύχη που μετέτρεψε το παιδικό τους όνειρο σε μια αβίωτη πραγματικότητα. Αυτός είναι ο κόσμος του ποδοσφαίρου, ασύμμετρα αντιθετικός και δομικά άνισος, «ένα θλιβερό ταξίδι από το πηγαίο στο αναγκαίο» που έγραφε κι ο Eduardo Galeano, η πιο αυστηρή πυραμίδα της γης, πασπαλισμένη με μπόλικη χρυσόσκονη στην κορυφή και ένα χαοτικό σκοτάδι στη βάση.

Δύο διαφορετικές έρευνες που αφορούν το ποδόσφαιρο παρουσιάστηκαν το προηγούμενο διάστημα, λίγο πριν από την εκπνοή του 2016, κληροδοτώντας αναπάντητα ερωτήματα στη νέα χρονιά. Τα football leaks, η μεγαλύτερη διαρροή εγγράφων στην ιστορία του παγκόσμιου αθλητισμού, ανέδειξαν τον αμύθητο πλούτο που συγκεντρώνουν κάποιοι ποδοσφαιριστές και αποκρύβουν μέσω ενός πολυπλόκαμου δικτύου σε offshore εταιρείες. Αυτή είναι η μία, προφανής όψη του δημοφιλέστερου αθλήματος στον κόσμο, η οποία δεν παύει να φαντάζει εξωπραγματική. Όλοι και όλες πιστεύουμε ότι οι ποδοσφαιριστές είναι οι πιο ευλογημένοι άνθρωποι στον κόσμο: Κάνουν την εφηβική τους φαντασίωση επάγγελμα, περιστοιχίζονται από άφθονη δόξα και χρήμα και κάπως έτσι λύνουν δια παντός το βιοποριστικό πρόβλημα της ζωής τους. Ισχύει. Για κάποιους, λίγους. Για όσους, όμως, δεν πρωταγωνιστούν τα βράδια της Τρίτης στο Champion League ούτε γίνονται εξώφυλλο στο France Football, η αλήθεια είναι λιγότερο παραμυθένια και γυαλιστερή.

Τον Δεκέμβρη, η FIFPro (Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαιριστών) παρουσίασε τη μεγαλύτερη έρευνα που έγινε ποτέ στον χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού με αντικείμενο τις εργασιακές σχέσεις στο ποδόσφαιρο. Συμμετείχαν 13. 876 επαγγελματίες ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται σε 87 πρωταθλήματα. Σύμφωνα με αυτή, μόνο το 2% των ποδοσφαιριστών σε όλο τον κόσμο αμείβεται με περισσότερα από 700.000 ευρώ τον χρόνο. Το 45% παίρνει λιγότερα από 900 ευρώ τον μήνα, ενώ υπάρχει και ένα 21% που παίρνει λιγότερα από 270 ευρώ τον μήνα.

Στην Ελλάδα, όπου η οικονομική κρίση δημιούργησε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας σε όλους τους κλάδους, αλλά έγινε και το τέλειο άλλοθι για κάθε εργοδότη που δεν θέλει να πληρώσει, έχει δημιουργηθεί μια νέα γενιά ποδοσφαιριστών που αμείβεται με μισθούς στο όριο της φτώχειας και καρδιοχτυπά κάθε φόρα για το πώς θα βγει ο μήνας. Σύμφωνα με την έρευνα της FIFPro, το 32% των Ελλήνων ποδοσφαιριστών έχει μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες των 900 ευρώ, με ένα 15% να έχει αποδοχές χαμηλότερες των 500 ευρώ. Αν αυτό από μόνο του είναι αποκαλυπτικό, η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα, καθώς το δείγμα δεν είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό. «Οι απαντήσεις για την Ελλάδα δεν είναι χαρακτηριστικές, επειδή τα ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν στην πλειοψηφία τους από παίχτες της Super League. Στη χώρα μας υπάρχει τεράστιο πρόβλημα με τη Football League. Εμείς τους παίχτες της Football League τους θεωρούμε κοινωνικά ευπαθή ομάδα. Ο κύριος όγκος τους αμείβεται με τον κατώτατο μισθό του ανειδίκευτου εργάτη, παίρνουν δηλαδή 500 ευρώ τον μήνα και μ’ αυτά πρέπει να πάνε να ζήσουν στην πόλη της ομάδας τους, να νοικιάσουν σπίτι, να φάνε –και οι διατροφικές ανάγκες ενός ποδοσφαιριστή είναι πολύ απαιτητικές–, να συντηρήσουν τις οικογένειές τους. Πέρσι υπήρχε ομάδα που οι παίχτες της δεν είχαν λεφτά ούτε για τη διατροφή τους και ανέλαβε ο ΠΣΑΠ να καλύψει οικονομικά ένα εστιατόριο, για να μπορούν τουλάχιστον να σιτίζονται σωστά», εξηγεί ο Γραμματέας του ΠΣΑΠ (Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών), Σταμάτης Συρίγος.

Ο ίδιος δεν έχει συνολική θεώρηση της κατάστασης μόνο εξαιτίας του σημερινού του θεσμικού ρόλου. Όντας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής για μια εικοσαετία και έχοντας περάσει από πολλές ομάδες της Α’, Β’ και Γ’ Εθνικής, έχει νιώσει στο πετσί του πώς είναι, εκτός από το άγχος για ένα κρίσιμο ματς, να κουβαλάς και το άγχος της καθημερινής επιβίωσης. «Ένας ποδοσφαιριστής δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στο επάγγελμά του όταν δεν έχει να φάει, όταν φοβάται ότι θα του κάνουν έξωση ή θα τον πετάξουν έξω από το ξενοδοχείο. Τα χω ζήσει αυτά, γι’ αυτό τα λέω. Μ’ έχουν διώξει από το ξενοδοχείο στα Γιάννενα, επειδή δεν είχα να το πληρώσω, ενόσω έπαιζα σε ομάδα της Α΄ Εθνικής. Πήγα να μείνω σ’ έναν συμπαίκτη μου που του ‘χαν κόψει το ρεύμα και δεν μπορούσαμε να ζεσταθούμε στους -10 βαθμούς. Αργότερα, στα 36 μου με δύο παιδιά, έμεινα απλήρωτος από μια ομάδα και αναγκάστηκα να βρω άλλες λύσεις. Έκανα τον διαιτητή σε μουντιαλίτο και δούλευα στην καφετέρια του ξαδέρφου μου, για να συντηρήσω την οικογένειά μου», λέει.

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι πολλοί ποδοσφαιριστές στο ελληνικό πρωτάθλημα είναι χαμηλόμισθοι, στην πλειονότητά τους είναι και απλήρωτοι. Η επεξεργασία των στοιχείων της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας δείχνει ότι το 55% των ποδοσφαιριστών στην Ελλάδα αντιμετωπίζει καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων που φτάνουν έως και τους έξι μήνες. Πρακτικά, ένας στους δύο ποδοσφαιριστές ζει με έναντι ή δανεικά. Σχεδόν όλες οι ομάδες, ακόμη και οι μεγάλες, είχαν κάποια στιγμή ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους παίχτες τους, αλλά για κάποιες ομάδες τα χρέη είναι μια βολική και παγιωμένη κανονικότητα. Εκμεταλλεύονται την οικονομική κρίση, το πάθος των παιχτών για το παιχνίδι, τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος και διαμορφώνουν ένα καθεστώς ιδιότυπης ομηρείας, με απλήρωτους και αόρατους εργαζόμενους. Η δημόσια έκκληση των ποδοσφαιριστών της Καλλιθέας το περασμένο Πάσχα ήταν μια μικροσκοπική αποτύπωση της συγκαλυμμένης πραγματικότητας του ποδοσφαίρου, όπως εκτυλίσσεται όταν σβήνουν οι εκτυφλωτικοί προβολείς των γηπέδων: «Οι μεγάλες οφειλές που υπάρχουν απέναντί μας και η πλήρης παύση πληρωμών, καθώς δεν παίρνουμε ούτε ευρώ και αναγκαστήκαμε να περάσουμε τις ημέρες του Πάσχα εξαθλιωμένοι και καταφρονημένοι, με άδειες τσέπες, συνθέτουν τη μία όψη του προβλήματος, με προφανείς αρνητικές συνέπειες στην καθημερινότητά μας, καθώς υποσιτιζόμαστε και καταφεύγουμε σε κάθε πιθανή και απίθανη λύση, για να βρούμε τρόπο να πάμε στην προπόνηση, αφού δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για βενζίνη».

Ο Κωνσταντίνος Πούλιος κρέμασε τα παπούτσια του το 2011. Σήμερα, είναι αντιπρόεδρος του ΠΣΑΠ και παίζει ποδόσφαιρο με τους φίλους του στο 5Χ5 της Αγίας Παρασκευής, μόνο για το παιχνίδι πλέον. Ίσως έτσι να ‘ναι πιο ευχάριστο και ευεργετικό, χωρίς τις σκοτούρες για τα φέσια και την αδιαφορία που βίωσε σε κάποιες στιγμές της καριέρας του. «Αγωνιζόμουν, θυμάμαι, στον Παναιγιάλειο, στη Β΄ Εθνική. Ήμασταν έξι μήνες απλήρωτοι. Ζούσαμε σε σπίτια όλοι μαζί, βοηθώντας ο ένας τον άλλον. Τα προβλήματα ενώνουν, βλέπεις. Κάναμε αποχή από τις προπονήσεις και μια φορά κατεβήκαμε σ’ ένα ματς με τη Λάρισα μόνοι μας, χωρίς την επίσημη αποστολή της ομάδας. Έφυγα από την ομάδα, αλλά δεν πήρα ποτέ τα λεφτά μου, παρότι κινήθηκα νομικά. Τα ίδια και στην Προοδευτική, στα τελειώματα της καριέρας μου – και εκεί απλήρωτοι. Φτάσαμε να μην κατέβουμε σε παιχνίδι, για να διαμαρτυρηθούμε και κατέβηκε η δεύτερη ομάδα. Κάποτε στη Β΄ Εθνική, αν ήσουν λίγο τυχερός, έβγαζες λεφτά. Υπήρχαν συμβόλαια 50.000–80.000 ευρώ τον χρόνο, ενδεχομένως και παραπάνω. Τώρα έχουμε δει και συμβόλαια με 8.000 ευρώ τον χρόνο», επισημαίνει.

Η Β΄Εθνική, που σε πολλές χώρες τουλάχιστον της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης, θεωρείται μια δυναμική κατηγορία και εξασφαλίζει ικανοποιητικά συμβόλαια και γεμάτα γήπεδα, στη χώρα μας είναι πλέον μια, επί της ουσίας, πτωχευμένη κατηγορία με μηδαμινά έσοδα και ένα χρονικό ανεξερεύνητης κακοδιαχείρισης. Παρά το γεγονός ότι εμπεριέχει ομάδες με έντονο ιστορικό άρωμα και ισχυρούς δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες, οδηγείται με ξεχαρβαλωμένα φρένα σε μια διαδρομή απαξίωσης, συμπαρασύροντας τις προσδοκίες δεκάδων ποδοσφαιριστών για αξιοπρεπή ζωή με πυξίδα την μπάλα της άδολης εφηβικής τους αγάπης.

Εκτός από τη δραματική καθυστέρηση του πρωταθλήματος, χρωστάει όχι μόνο μισθούς, αλλά και δύο δόσεις από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που καλύπτει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ποδοσφαιριστών, με αποτέλεσμα να παρεμβαίνει ο ΠΣΑΠ, για να εκπληρωθούν επείγουσες ιατρικές ανάγκες. Ούτως η άλλως, τα γραφεία του Συνδέσμου είναι μια διαρκής μεταιχμιακή ροή αιτημάτων για νομική κάλυψη, ιατροφαρμακευτική συνδρομή, ακόμη και ψυχολογική υποστήριξη. Σαν να μην έφταναν αυτά, τις τελευταίες μέρες του Ιανουαρίου έσκασε το πρώτο κακό μαντάτο: Ο Πανθρακικός ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από το πρωτάθλημα, έχοντας ληξιπρόθεσμες οφειλές που ξεπερνούν τα 200.000 ευρώ και αφήνοντας χαμηλόμισθους παίχτες σύξυλους, στα μέσα της σεζόν και στο τέλος της μεταγραφικής περιόδου, να ατενίζουν με απόγνωση ένα μαραμένο τερέν. Κάτι αντίστοιχο είχαν κάνει πέρσι ο Ολυμπιακός Βόλου και ο Εργοτέλης, και πρόπερσι ο Πιερικός και ο Πανηλειακός.

Ο Στέλιος Ηλιάδης είναι μια πολύ οικεία φυσιογνωμία για το φίλαθλο κοινό και ιδιαίτερα για το κοινό της Βόρειας Ελλάδας. Έφτασε να φοράει το περιβραχιόνιο του αρχηγού στον ΠΑΟΚ, επί Σάντος. Αφού αναμετρήθηκε και αυτός μαζί με το υπόλοιπο ρόστερ του Πανθρακικού, με το σοκ της αποχώρησης, πλέον αγωνίζεται στην Βέροια. «Είναι ό,τι χειρότερο σαν εμπειρία να σου λένε ότι κλείνει το μαγαζί, πόσο μάλλον όταν αυτό συμβαίνει τις τελευταίες μέρες της μεταγραφικής περιόδου και δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο για αποκατάσταση. Ξέραμε ότι υπήρχαν οικονομικά προβλήματα στην ομάδα, αλλά δεν το περιμέναμε. Έγιναν όλα σε δύο μέρες. Ξαφνιαστήκαμε. Είναι πραγματικά λυπηρό, επειδή τα περισσότερα παιδιά δεν έχουν βρει ομάδα. Μιλάμε για μισθούς των 400-500 ευρώ στη Football league. Η κατάσταση είναι τραγική, όπως σ’ όλη την Ελλάδα. Δεν αναφέρομαι τόσο σ’ εμένα, επειδή εγώ πρόλαβα τουλάχιστον να δουλέψω τα καλά χρόνια. Υπάρχουν νέα παιδιά που δεν τα βγάζουν πέρα και τους βοηθούν οι γονείς τους. Οι ομάδες εκμεταλλεύονται την αδυναμία του παίχτη που έχει μείνει χωρίς ομάδα και προσφέρουν ψίχουλα. Ξέρουν ότι αν είσαι νέος και μείνεις ένα εξάμηνο εκτός αγωνιστικής δράσης, θα χεις πρόβλημα επιβίωσης, αλλά και επαγγελματικής προοπτικής. Εγώ ταλαιπωρήθηκα και παλιότερα, με τον Ηρακλή και την Κέρκυρα. Με τον Ηρακλή είμαι ακόμη στα δικαστήρια για να πάρω τα λεφτά μου. Γενικά, οι προηγούμενες διοικήσεις της ΕΠΟ άφησαν ένα χάος. Ευελπιστώ η καινούργια διοίκηση να κάνει κάτι καλύτερο», λέει.

Ο Στέλιος Ηλιάδης είναι από εκείνους τους ποδοσφαιριστές που και τώρα και στο παρελθόν τοποθετήθηκε δημόσια και ευθαρσώς για τις κακοδαιμονίες του ελληνικού ποδοσφαίρου, κάτι που ξένισε πολλούς. Βλέπεις, το ποδόσφαιρο, ως αναπόσπαστο τμήμα της βιομηχανίας του θεάματος, προστάζει μια αστραφτερή βιτρίνα χωρίς ρήγματα και θαμπάδες. Επιβάλλει έναν κώδικα σιωπής. Ό,τι συμβαίνει στα αποδυτήρια, πρέπει να μένει εκεί. Αν και υποαμειβόμενοι ή απλήρωτοι, οι Έλληνες ποδοσφαιριστές κρατούν τη στεναχώρια και την ανησυχία για τον εαυτό τους. Δεν τη μοιράζονται. Κάποιοι, επειδή δεν θέλουν να τσαλακώσουν την εικόνα τους σ’ ένα σύμπαν ατσάλινης αρρενωπότητας, ενσωματώνουν μοναχικά στρατηγικές αυτοενοχοποίησης. Κάποιοι άλλοι, επειδή φοβούνται. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στην Ελλάδα πολλές φορές υιοθέτησε τακτικές μαφίας, για να τρομοκρατήσει τους ποδοσφαιριστές – από απρόσκλητες μεταμεσονύχτιες επισκέψεις σε σπίτια, μέχρι εμπρησμούς, σωματική βία, ψυχολογικούς εκβιασμούς και προσβολές. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να έχεις βιώσει εσύ ο ίδιος κάτι από αυτά. Ο φόβος λειτουργεί ιδεοτυπικά. Αρκεί να ξέρεις για κάποιον που διεκδίκησε τα δικαιώματα του και μπήκε στην black list, απείλησαν την οικογένεια του και δεν βρήκε δουλειά ξανά. Αρκεί αυτό, για να μην τολμήσεις να διεκδικήσεις τα δικαιώματα σου.

Ο συνομιλητής μας, εν ενεργεία ποδοσφαιριστής, έχει υποστεί μια τέτοια εμπειρία και για ευνόητους λόγους, θα διατηρηθεί η ανωνυμία του. «Έπαιζα σε μια ομάδα. Κάποια στιγμή τραυματίστηκα και αναγκάστηκα να κάνω ένα χειρουργείο. Η ομάδα μου διαμήνυσε ότι διακόπτει το συμβόλαιο με το έτσι θέλω. Με πίεζαν να υπογράψω ότι συναινώ στη διακοπή του συμβολαίου, χωρίς να πάρω δεκάρα. Αρνήθηκα. Κατέθεσα προσφυγή και εννοείται ότι την κέρδισα. Τότε, δέχτηκα ακόμη μεγαλύτερες απειλές τις οποίες δε θέλω να περιγράψω, για να μη πάρω τα λεφτά μου. Ήταν μαζί ένα μέσο εκδίκησης και πίεσης. Κινδύνεψα, αλλά επέμεινα και κατάφερα να πάρω τα λεφτά μου. Αυτό που έγινε βέβαια, δεν πρόκειται να το ξεχάσω», διηγείται.

Εικάζω με βεβαιότητα ότι πολλά από αυτά τα περιστατικά δεν είναι πρωτόφαντα στους υπόλοιπους εργασιακούς χώρους και ενδεχομένως με την ισοπεδωτική ισχύ του κοινωνικού αυτοματισμού να μην εκπλήσσουν κανέναν. Η διαφορά είναι ότι στο ποδόσφαιρο η σκοτεινή πλευρά παραμένει πάντα υποφωτισμένη. Επισκιάζεται από τη λάμψη του lifestyle και τη ρομαντική εννοιολόγηση του παιχνιδιού. Όμως και αυτή η τελευταία στερεύει. Στην πραγματικότητα, ειδικά την εγχώρια, η πλειονότητα των ποδοσφαιριστών δεν χωράει στο παραμύθι του παιδιού που ξεκίνησε με μια μπάλα σ’ ένα λασπωμένο γήπεδο ή μια άσημη ακαδημία, για να κατακτήσει τον κόσμο. Είναι απολύτως ευάλωτοι σε συνθήκες πίεσης, ακραίου ανταγωνισμού, σε μια ένδεια μέσων και πόρων και ενίοτε σε τυχοδιωκτικές διοικήσεις που τους θεωρούν αναλώσιμους. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε μια εύθραυστη, όσο και αποσιωπημένη ψυχική υγεία. Παλιότερη έρευνα της FIFPRo έδειξε ότι το 38% των ποδοσφαιριστών υποφέρει από κατάθλιψη και διαταραχές γενικευμένου άγχους, το 23% από διαταραχές ύπνου, το 15% από έντονο στρες και το 9% από κατάχρηση αλκοόλ. Προφανώς, οι χαμηλοί μισθοί και η εργασιακή ανασφάλεια δεν είναι οι μόνοι λόγοι γι’ αυτή τη στατιστικοποίηση της θλίψης, αλλά σίγουρα είναι μια βασική παράμετρος. Όταν εκτός από το μαρκάρισμα του αντιπάλου, τη φυσική σου κατάσταση και τη δυσκολία ενός αγώνα, έχεις να ανησυχήσεις και για τους ανεξόφλητους λογαριασμούς της ΔΕΗ ή τα ενοίκια που τρέχουν, τότε όλα ενώνονται, μεγαλώνουν και βαραίνουν στη σκέψη σου. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους επαγγελματικούς κλάδους, η κλεψύδρα στο ποδόσφαιρο τελειώνει πολύ νωρίτερα, όταν κάπου εκεί γύρω στα 35 με 38, το σώμα γεμίζει μπαλώματα από τους πολλούς τραυματισμούς και την υπερβολική χρήση. Λυγίζει. Τα διεθνή δεδομένα δείχνουν ότι μόλις το 2% των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών καταφέρνει μέσω της καριέρας του να εξασφαλιστεί οικονομικά ισοβίως. Το να βγαίνεις στα 38 σου, με μηδαμινές αποταμιεύεις, στην καθημαγμένη ελληνική αγορά εργασίας μ’ ένα χαρτί Λυκείου στο χέρι, δεν είναι προπομπός μιας εύκολης ζωής.

«Το ποδόσφαιρο ήταν πάντα καταδεικτικό – γράφει ο Χρήστος Χαραλαμπόπουλος στο νεοεκδοθέν βιβλίο του Η Τέχνη του Πολέμου στο Ποδόσφαιρο (εκδόσεις Δίαυλος) – καταδεικτικό με την έννοια της πλήρους δημοκρατικότητας για όλους όσοι ήθελαν να παίξουν, ανεξάρτητα από χρώμα , φυλή, σωματική διάπλαση, κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση». Για να συμπληρώσει λίγο παρακάτω ότι «το σύγχρονο ποδόσφαιρο μοιάζει με τις εκπαιδευτικές σχολές μονομάχων της αρχαίας Ρώμης». Συζητήσαμε πολλή ώρα γι’ αυτήν την ακατανόητη και τρομακτική αντίφαση του ποδοσφαίρου. «Υπάρχει δημοκρατία στο ποδόσφαιρο ως παιχνίδι, όχι στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο», υποστηρίζει ο Χρήστος. «Στην Ελλάδα δεν γίνεται έλεγχος στις ΠΑΕ. Οι παράγοντες – ιδιοκτήτες δεν είναι προσανατολισμένοι στην αθλητική επιχειρηματικότητα. Γι’ αυτούς το ποδόσφαιρο είναι ξίφος ή ασπίδα. Πολλοί έχουν στήσει ομάδες ως όχημα για το παράνομο στοίχημα. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Football League υπάρχουν περισσότερες τέτοιες αναφορές. Οι χαμηλόμισθοι παίχτες είναι πιο ευάλωτοι στις πιέσεις για προσυνεννοημένα παιχνίδια. Η αθλητική δικαιοσύνη και οι φορολογικές αρχές δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να εγγυηθούν ένα καθαρό πρωτάθλημα και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Οι ποδοσφαιριστές είναι αμείλικτα μόνοι σ’ αυτή την ιστορία. Έτσι γαλουχήθηκαν, να είναι ο καθένας για την πάρτη του. Αυτό ήταν το μήνυμα της Πολιτείας», προσθέτει.

Το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε μια ανεξέλεγκτα χασματική υπόθεση, όπου οι 20 σύλλογοι της Premier League έχουν περισσότερα έσοδα κάθε χρόνο από 597 συλλόγους σε 48 μικρότερα πρωταθλήματα της Ευρώπης μαζί, όπου η Σάλκε –μια από τις μεγάλες ομάδες της Budesliga– καταγράφει στη φορολογική της δήλωση 224 εκατομμύρια ευρώ έσοδα και ο Cristiano Ronaldo μόνος του 227. Αντιστοίχως, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι το συμβόλαιο του ακριβότερου παίχτη της Super League υπερβαίνει κατά πολύ τα συμβόλαια όλου του ρόστερ μιας ομάδας της Football League. Μοιάζει να διαχωρίζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε δύο κόσμους, έναν μικρό και περίκλειστο κόσμο πλουσίων και έναν κόσμο με τους πολλούς άλλους, τους απλούς εργάτες του ποδοσφαίρου που πέφτουν σ’ ένα παραπέτασμα ανυποληψίας. Πολλοί αναζητούν μια καλύτερη προοπτική στο εξωτερικό. Αυτήν τη στιγμή, 120 Έλληνες επαγγελματίες ποδοσφαιριστές εργάζονται σε ομάδες εκτός Ελλάδος. Κάποιοι άλλοι το επιδιώκουν, αλλά πέφτουν θύματα εξαπάτησης. Ετοιμάζουν βαλίτσες και όνειρα, δίνουν μια προκαταβολή στον ατζέντη που τους τάζει ένα καλό συμβόλαιο έξω και καταλήγουν σ’ έναν άγνωστο προορισμό που δεν τους περιμένει απολύτως κανείς. Από τους 2.000 μάνατζερ και ατζέντηδες που υπάρχουν στη χώρα μας, μόλις οι 20 διαθέτουν δίπλωμα. Σ’ αυτήν την ιστορία αποδιοργανώνονται ζωές, καταστρέφονται καριέρες, χάνονται ταλέντα. Μαζί τους χάνεται και κάτι από την πρωτογενή γοητεία του ποδοσφαίρου. Όλα αυτά, άγνωστα για το ευρύ κοινό, εντελώς πασιφανή για όσους εμπλέκονται επαγγελματικά και θεσμικά με το ποδόσφαιρο, δεν φαίνεται να ταλανίζουν κανέναν άλλον εκτός από αυτούς που τα βιώνουν και ξαγρυπνούν τα βράδια. Για τους υπόλοιπους ισχύει η ρήση του Albert Camus: «Αλλά δεν χρειάζεται να ανησυχούμε. Είναι πολύ αργά τώρα. Θα είναι πάντα αργά. Ευτυχώς».

* Τα οικονομικά και στατιστικά στοιχεία του ρεπορτάζ αντλήθηκαν από τον ΠΣΑΠ, τη FIFPro, την UEFA και το βιβλίο του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου, Η τέχνη του πολέμου στο ποδόσφαιρο (εκδόσεις Δίαυλος)

Πηγή: vice.com