Οι προπονητές των ακαδημιών και το πραγματικό ποδόσφαιρο

Οι προπονητές των ακαδημιών και το πραγματικό ποδόσφαιρο

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΖΩΡΖΟΥ

Στο εξωτερικό και στις καλές ακαδημίες οι ομάδες «χτίζονται» με την επιλογή παιδιών, αλλά και την αξιολόγηση των προπονητών. Σύμφωνα με όσα μαθαίνουμε οι άνθρωποι που διδάσκουν στα παιδιά ποδόσφαιρο στις αναπτυξιακές ηλικίες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες.

Υπάρχουν εκείνοι που είναι ιδανικοί μέχρι οι μικροί παίκτες να φτάσουν στην ηλικία των 10-11 ετών, κάποιοι άλλοι που μπορούν τα πάρουν σε προεφηβική και εφηβική ηλικία και να τα ετοιμάσουν για το επόμενο στάδιο και ορισμένοι που έχουν τις δυνατότητες να προσαρμόσουν τις μεθόδους τους και σε αντρικές ομάδες, ώστε να κάνουν καριέρα πέρα από το επίπεδο ακαδημιών.

Συχνά γίνεται το λάθος να θεωρείται ότι ένας καλός προπονητής για την ηλικία των προτζούνιορ και των τζούνιορ μπορεί με την ίδια φιλοσοφία να βελτιώσει και να αναπτύξει τις ποδοσφαιρικές ικανότητες των παιδιών πιο μεγάλης ηλικίας, όμως η θεωρία είναι τελείως διαφορετική από την πράξη. Για παράδειγμα στην Ελλάδα το πραγματικό ποδόσφαιρο ξεκινάει από την στιγμή που τα παιδιά γίνονται 12 ετών και μπαίνουν σε κανονικές διαστάσεις γηπέδου και σε αριθμητική ισορροπία 11 εναντίον 11.

Φυσικά δεν ακυρώνεται όσα έχουν μάθει νωρίτερα, ίσα-ίσα που ένας εξιδεικευμένος προπονητής μέχρι την ηλικία των τζούνιορ μπορεί να τους έχει δώσει τις κατάλληλες βάσεις για να προχωρήσουν και να γίνουν καλύτεροι στην συνέχεια. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν σημαίνει ότι εκείνος που έχει όρεξη, υπομονή και σχέδιο για τις μικρές ηλικίες είναι και ιδανικός για να καθοδηγήσει τους μικρούς ποδοσφαιριστές και μετέπειτα.

Υπάρχουν πολλά πράγματα που παίζουν ρόλο και θα πρέπει να μπορεί κανείς να τα διαχειριστεί για να πάρει τον καλύτερο εαυτό των μικρών, ενώ και οι υπεύθυνοι των ακαδημιών επιβάλλεται να αξιολογούν σωστά στους ανθρώπους, στους οποίους ποντάρουν σε κάθε ηλικία. Όπως σε κάθε επάγγελμα δεν υπάρχει αλάνθαστος, έτσι είναι και στο αναπτυξιακό ποδόσφαιρο. Το δύσκολο είναι ένας προπονητής να αντιλαμβάνεται τα σφάλματα του και να αναβαθμίζει τον τρόπο δουλειάς του και την διαχείριση που κάνει. Να μην κολλάει στα ίδια λάθη μέχρι να «πεθάνει» από αυτά, διότι όπως λέει μια σοφή παροιμία «το γινάτι βγάζει μάτι».

Σε πολλές περιπτώσεις η υπερβολή σιγουριά, που μεταλλάσσεται στην έπαρση του «εγώ τα ξέρω όλα για τα παιδιά», οδηγεί καταρτισμένους προπονητές να πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα και τότε πέφτουν στην μεγάλη παγίδα. Κάθε παιδί έχει τα δικά του προτερήματα και μειονεκτήματα και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο που του δίνεται. Για παράδειγμα σε μια εφηβική ομάδα δεν σημαίνει ότι όλοι μπορούν να παίξουν τερματοφύλακες και να την βοηθήσουν στον ίδιο βαθμό. Κατ’ αντιστοιχία διαφορά υπάρχει και στις υπόλοιπες θέσεις.

Βεβαίως, όλα αυτά υπό το πρίσμα (ή την εξιδανίκευση) πως δεν υπάρχουν δεύτερες σκέψεις για να ευνοηθούν κάποιοι έναντι των άλλων. Όποιος προπονητής αδυνατεί να συλλάβει και να κατανοήσει την διαφορά τέτοιων των πραγμάτων, τότε δεν μπορεί να πλησιάσει ούτε κατ’ ελάχιστο στον 29χρονο, Γιούλιαν Νάγκελσμαν, ο οποίος ξεκίνησε από νεαρός να δουλεύει σε ακαδημίες και φέτος έβγαλε την Χόφενχάιμ στο Champions League.

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι έχει πει ο Νάγκελσμαν σε ανύποπτο χρόνο: «Όταν έχεις την ευθύνη ομάδων Κ16 ή Κ17 πρέπει τους εξελίσσεις και να τους εκπαιδεύεις ποδοσφαιρικά, ενώ σε μια ομάδα με επαγγελματίες χρειάζεται μικρότερος βαθμός εκπαίδευσης και περισσότερο να ασχολείσαι με συγκεκριμένα κομμάτια του παιχνιδιού. Με τους μικρούς πρέπει να εργάζεσαι για να βελτιώσουν και να διαμορφώσουν την αθλητική τους προσωπικότητα»…